Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009

Το δίδαγμα του πέτρινου τοίχου

Η πατίνα του χρόνου, η αίσθηση της φθοράς των υλικών που παλιώνουν και γερνάνε όμορφα και φυσιολογικά, όπως γερνάει και ένας ζωντανός οργανισμός, δεν είναι πολλές φορές που προσδίδουν στο χώρο την οικειότητα και τη χάρη εκείνη που μας κάνει να αισθανόμαστε όμορφα και άνετα;



Ας συμφιλιωθούμε λοιπόν με την αναπόφευκτη φθορά και τη σκουριά της ύλης, όπως πρέπει να συμφιλιωθούμε και με το χρόνο που περνάει και αφήνει πάνω στο σώμα μας τα ανεξίτηλα σημάδια του, τεκμήρια της θνητότητάς μας. Να μπορέσουμε να διακρίνουμε την ομορφιά σ' ένα γερασμένο πρόσωπο που έχει αυλακωθεί από τις ρυτίδες του χρόνου. Η φθορά δεν είναι ελάττωμα, αλλά, αντιθέτως, βασικό συστατικό της υλικής υπόστασης του αρχιτεκτονικού χώρου.

Σε διάφορες ιστορικές περιόδους, αλλά και σήμερα, έχει επικρατήσει η άποψη ότι τα γυαλιστερά υλικά παραπέμπουν σε ακριβή και «πολυτελή» κατασκευή που προσδίδει κύρος στα κτίρια. Αυτό όμως πρέπει να αναζητούμε; Την επίπλαστη εξωτερική λάμψη των υλικών ή αντιθέτως εκείνη τη δυσδιάκριτη εσωτερική λάμψη της συνθετικής δομής του αρχιτεκτονήματος, την άυλη ιδέα και το νόημα που ουσιώνει τον αρχιτεκτονικό χώρο;

Το κάθε υλικό στέκεται διαφορετικά σε κάθε τόπο, κάτω από διαφορετικό φως, μέσα σε διαφορετικά τοπία. Εχει λοιπόν τεράστια σημασία η επιλογή και η χρήση των υλικών, όπως έχει και η επεξεργασία της επιφανείας τους. Μια πλάκα μαρμάρου, λόγου χάριν, μπορεί να γίνει παγερή και απωθητική μόνο και μόνο από το πόσο είναι λειασμένη ή αντίστοιχα ένας εξαιρετικά λείος σοβατισμένος τοίχος μπορεί να μας μπερδέψει και να νομίζουμε ότι είναι καμωμένος από άλλο υλικό (πλαστικό, λαμαρίνα, γυψοσανίδα ...). Ετσι, μια αφύσικη στιλπνότητα μπορεί να καταστρέψει την αίσθηση ενός δαπέδου, ενός τοίχου ή μιας στέγης. Τις επιφάνειες εκείνες να έχουμε κατά νου, που μπορούν να σταθούν κάτω από το φως χωρίς να ενοχλούν, αλλά να επιτρέπουν στη ματιά μας να περάσει ελεύθερα από πάνω τους. Παράλληλα δεν είναι σημαντική και η αίσθηση που έχουμε όταν το χέρι μας ακουμπάει και ψηλαφίζει τα υλικά; Η αφή ξεχωρίζει τις υφές. Ας μη ξεχνάμε ότι την αρχιτεκτονική την αντιλαμβανόμαστε και κυρίως τη βιώνουμε με όλες μας τις αισθήσεις και όχι μόνο με την όραση!

Γιατί δεν έχει σημασία με τι υλικό χτίζεις, αλλά πώς χτίζεις! Μέσα όμως σ' αυτήν τη φτήνια των καιρών ακόμη και τα υλικά ευτελίστηκαν. Εχασαν τη δομική τους υπόσταση και γίνανε διακοσμητικά στοιχεία, ανούσια επιθέματα και στολίδια πάνω σε άσχημες επιφάνειες, εκφράζοντας μια άκρατη ματαιοδοξία, τη ζωή μας που στράβωσε, αναδεικνύοντας δυστυχώς το kitsch από εξαίρεση σε κανόνα. Γέμισαν οι δρόμοι με «εκθέσεις» οικοδομικών υλικών. Οι παλιές μάντρες, με τα χαλίκια, τα τούβλα, την άμμο και τον ασβέστη, αναβαθμίστηκαν σε «μπουτίκ» υλικών, όπου ο ενδιαφερόμενος μπορεί να κινηθεί ανάμεσα σε κατακόρυφες ή οριζόντιες επιφάνειες με δείγματα, για να επιλέξει μεταξύ διαφορετικών υλικών (πλάκες, πέτρες, γρανίτες...) ή ακόμη χειρότερα μιμήσεις υλικών, αυτό που κατά τη γνώμη του ταιριάζει στο σπίτι του. Και έχεις την ίδια ακριβώς αίσθηση όταν κινείσαι ανάμεσα στους διαδρόμους των super markets που έχουν αραδιασμένα ανά κατηγορία τα διάφορα καταναλωτικά προϊόντα. Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν επιλέγουμε την τάδε απόχρωση μαρμάρου ή τη δείνα τεχνοτροπία δαπεδόστρωσης, λες και πρόκειται για προϊόντα που θα επενδύσουν, θα μεταμφιέσουν, θα καμουφλάρουν, και όχι για δομήσιμα υλικά με τα οποία θα χτίσουμε! Ετσι το σπίτι προκύπτει σαν κολάζ παράταιρων υλικών, ένα άσχημο συνονθύλευμα που επέλεξε άκριτα ο ιδιοκτήτης του από την προσφερόμενη κάθε φορά γκάμα οικοδομικών προϊόντων.

Δεν ξέρουμε πια να χτίζουμε. Ακόμη κι αυτή η πέτρα, υλικό δομής που γέννησε αριστουργήματα σε τούτο τον τόπο αλλά και σε κάθε άλλη γωνιά της γης με βραχώδες περιβάλλον, μεταβλήθηκε σε λουστραρισμένη πλάκα ελάχιστου πάχους που επικολλάται ως πλακίδιο στον κατακόρυφο τοίχο χάνοντας μια για πάντα τη δομική της αλήθεια. Ο πέτρινος τοίχος εδώ και δεκαετίες έπαψε να χρησιμοποιείται ως φέρων οργανισμός στις κατασκευές μας και μετατράπηκε σε ανούσιο φολκλόρ, σε ευτελές μασκάρεμα των κατασκευών από οπλισμένο σκυρόδεμα.

Δεν βρίσκεις πια συχνά τεχνίτες που να ξέρουν να χτίζουν με πέτρα, να κατέχουν τα μυστικά της, το πώς θα ακουμπήσει η μία πάνω στην άλλη και να «δέσει» με τη διπλανή της, ώστε να μεταφέρονται με ασφάλεια τα φορτία της κατασκευής στο έδαφος. Είναι σαν να λείπει εκείνος ο ελάχιστος χρόνος που χρειάζεται το έμπειρο μάτι του μάστορα να ξεχωρίσει ανάμεσα στο σωρό το κατάλληλο σχήμα της πέτρας που θα συνταιριαστεί αρμονικά με τις άλλες και θα ολοκληρώσει την πλέξη. Θα φροντίσει επίσης η επάνω επιφάνειά της να παρουσιάζει μια ελαφριά κλίση προς τα έξω, έτσι ώστε μαζί με το σωστό αρμολόγημα να μην επιτρέψει τη διείσδυση των νερών της βροχής και της υγρασίας στο εσωτερικό μέρος. Προσέξτε πως ζυγίζει ένα έμπειρος χτίστης στα χέρια του την πέτρα, λες και θέλει να μετρήσει -μέσω του βάρους της- την κρυμμένη της δύναμη, να νιώσει τη μορφή της, να αποκωδικοποιήσει τα μυστικά της, ώστε να την τοποθετήσει όσο το δυνατόν πιο σωστά. Κοιτάξτε πως τη χτυπάει παράλληλα με τα «νερά» της σπάζοντάς την σε δύο κομμάτια, γνωρίζοντας πού βρίσκονται τα αδύνατα σημεία της. Οι κινήσεις του αργές, σίγουρες, επαναλαμβανόμενες, υπακούοντας σ' έναν αρχέγονο ρυθμό που έρχεται από πολύ βαθιά μέσα στο παρελθόν. Η βιασύνη που χαρακτηρίζει την εποχή μας δεν χωράει στον τρόπο που ο μάστορας χτίζει την πέτρα.

Φέρνω στο νου μου τα λόγια του Σεφέρη: «...έναν τοίχο τόσο ζωντανό, που το χέρι σου αυθόρμητα επαναλαμβάνει την κίνηση του μάστορα που πελέκησε και άρμοσε την πέτρα». Πράγματι, όταν ένας τοίχος είναι καλά καμωμένος, σου έρχεται η επιθυμία να τον αγγίξεις, να τον ψηλαφίσεις, να τον χαϊδέψεις. Είναι το μεράκι του μάστορα που τον έχτισε, φαίνεται, που σε καλεί να τον πλησιάσεις, να παρατηρήσεις τις λεπτομέρειες της κατασκευής του, τον επαναλαμβανόμενο ρυθμικό κανόνα της δομής του που προβάλλεται πάνω στην αδρή επιφάνεια. Οι πέτρες, η μία δίπλα στην άλλη, αποκαλύπτουν το μέτρο του ανθρώπινου μόχθου, που 'ναι και το μέτρο της καλής αρχιτεκτονικής. Εκεί πάνω βρίσκεται, θαρρείς, αποτυπωμένη η γνώση και η πείρα χιλιετιών. Σαν να κρυσταλλοποιήθηκε ο ιδρώτας όλων των μαστόρων που δούλεψαν στο παρελθόν και να 'ναι αυτό το μυστικό που συγκρατεί τον τοίχο όρθιο στην αέναη πάλη του με τη βαρύτητα.

Η αρχιτεκτονική στις μέρες μας αντιμετωπίζει πολύ πιο σύνθετα προβλήματα και τεράστιες κλίμακες πόλεων. Σήμερα, όπως είναι φυσικό, χτίζουμε με άλλα υλικά, χρησιμοποιούμε άλλες κατασκευαστικές μεθόδους πολύ πιο ασφαλείς και στέρεες. Οι ιδιότητες των νέων υλικών είναι εξαιρετικές και σου δίνουν τη δυνατότητα να πειραματιστείς, να δοκιμάσεις, να προχωρήσεις ένα βήμα παραπέρα. Πάντοτε όμως οφείλουμε να στοχαζόμαστε και να κρατάμε το δίδαγμα και την ουσία που μας κληροδοτούν τα περασμένα. Σήμερα χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ αυτόν τον πολύτιμο χρόνο του αργού, αλλά στοχαστικού χτισίματος της πέτρας. Ετσι σαν να κοντοστεκόμαστε για να πάρουμε μιαν ανάσα, καθώς βαδίζουμε βιαστικά παρασυρμένοι από τη γρήγορη ροή του πολυσύχναστου δρόμου της πόλης. Να σκεφτούμε ξανά και ξανά το πώς και το γιατί.

Αυτό δεν κάναμε πάντα και συνεχίζουμε να κάνουμε με την αρχιτεκτονική; Να υψώσουμε έναν τοίχο δεν προσπαθούμε, που μας περιβάλλει ορίζοντας το χώρο; Εναν τοίχο που να στέκει όρθιος και στέρεος κάτω από το φως, με κάθε υλικό, σε κάθε τόπο και χρόνο και να παραμένει εκεί σαν σημάδι, μνημονεύοντας ό,τι περάσαμε και ζήσαμε σε τούτη τη γωνιά της Γης. Αδιάψευστος μάρτυρας της ζωής και του θανάτου μας.


Του ΤΑΣΗ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
Καθηγ. Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ

Source: http://www.enet.gr/